εὐάντυξ

εὐάντυξ
εὐ-άντυξ, υγος, mit einer schönen ἄντυξ; κορυφὴ νηοῦ, schön gewölbt

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Нужна курсовая?

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ευάντυξ — εὐάντυξ ( υγος), ὁ, ἡ (ΑΜ) μσν. (για οικοδόμημα) αυτός που έχει ωραίο θόλο αρχ. (για τροχούς άρματος) αυτός που έχει καλήν άντυγα, καλόν άξονα. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + άντυξ, γος] …   Dictionary of Greek

  • εὐάντυγα — εὐάντυξ with beautiful rail masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ευάξων — εὐάξων, ὁ, ἡ (Μ) [άξων] (για άμαξα ή άλλο τροχοφόρο) αυτός που έχει καλούς, ωραίους άξονες, ο ευάντυξ* …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”